
Ήταν ένα εφιαλτικό ΣΚ..
Ανατριχιάζω και μόνο στην ιδέα..
Να ακούς για πυρκαγιά, και στο μυαλό σου να γυρίζουν οι εικόνες από την Ηλεία, και τις ψυχούλες που χάθηκαν..
Να μυρίζεις τον καπνό και να παγώνει το αίμα σου.
Να πονάς για κάθε δέντρο που χάνεται και να στέκεις άπραγος, βουβός.
..και μετά η φωτιά να πλησιάζει στο σπίτι σου..
..και να μην προλαβαίνεις να σκεφτεις…
..και να μην έχεις το κουράγιο να κάνεις βήμα..
..και η φωτιά να πλησιάζει…
Να μην προλαβαίνεις να σκεφτείς πια τα δεντρα που καίγονται, παρα μόνο πως αυτά που τόσο αγάπησες, οδηγούν τη φωτιά έξω από την πόρτα σου.
Ο ήχος από τα οχήματα του δήμου εκκωφαντικός..
«Παρακαλούνται οι κάτοικοι να εκκενώσουν τα σπίτια τους»
Ακόμα ανατριχιάζω..
Και τα δέντρα να καίγονται…και η φωτιά να πλησιάζει…
Τι να πρώτο μαζέψεις;; Ποιο το κριτήριο;;; Ό,τι έχεις το αγαπάς και το χρειάζεσαι Πώς να το αφήσεις πίσω ξέροντας πως κινδυνεύει να καεί;;
Δεν προλαβαίνεις να γεμίσεις τη βαλίτσα…Δεν προλαβαίνεις να πάρεις ούτε το αγαπημένο σου μπλουζάκι…Η βαλίτσα έχει πράγματα που έτυχε να βρεθούν μπροστά σου…
Φεύγοντας κάνεις τη γνωστή κίνηση για να ενεργοποιήσεις το συναγερμό.Γελάς ειρωνικά.. Η δύναμη της συνήθειας βλέπεις..
Μια τελευταία ματιά στο σπίτι χωρίς να περνάει ούτε μια σκέψη από το μυαλό σου, ή μήπως περνούν χιλιάδες και απλά δεν προλαβαίνουν να καταγραφούν;;;
Χτυπάς την πόρτα και φεύγεις.. Αλλα να πας που;;;
Η φωτιά είναι μόλις λίγα μέτρα από το σπίτι σου..
Ξέρεις πως είναι χαμένη υπόθεση..
Με δάκρυα στα μάτια φωνάζεις το γείτονα που αρνείται πεισματικά να αφήσει τους κόπους μια ζωής να χαθούν…
Μα πώς να τους σώσει με ένα λάστιχο και ένα κλαδί όταν το θεριό πλησιάζει;;;;
Φτάνεις στην άλλη γωνία και στέκεις για να φωνάξεις μια τελευταία φορά το γείτονα αλλά εκείνος τίποτα..
Κινείσαι προς την πλατεία.. Εκεί που με αγωνία σε περιμένει η υπόλοιπη οικογένεια
..και περιμένετε μαζί μέχρι…τι;;;;
Βλέπεις τις φλόγες και είσαι σίγουρος πως το σπίτι σου κάηκε.. Πως ο μαύρος καπνός είναι τα απομεινάρια του σπιτιού σου… και παράλληλα σκέφτεσαι και το γείτονα…
Οι ώρες περνάνε βασανιστικά…και έχει τόσο κρύο!!!
Ξενυχτισμένος, ταλαιπωρημένος, μετά από ατελείωτες ώρες που πέρασες με ένα λάστιχο, στέκεις και κοιτάς τις φλόγες.
Ούτε που ξέρεις τι σε περιμένει …
Φρίκη..
Όλοι γύρω σου έχουν την ίδια έκφραση με εσένα. Ρωτούν τους αστυνομικούς για τα σπίτι τους. Πού να ξέρουν και εκείνοι που βρίσκεται η οδός που τους λες..
Μια παρέα πιο κάτω έχει κουράγιο και κάνει πλάκα.. Πίνει καφέ και γελάει.. Τους κοιτάς με μίσος..
…και περιμένεις να ξημερώσει. Όλοι κοιτούν προς τον ουρανό και περιμένουν να δουν ένα αεροπλάνο.. Τεντώνουν τα αυτιά μήπως και ακούσουν ένα ελικόπτερο..
Αν και πιστεύεις πως το σπίτι σου κάηκε, ακόμα μετράς τις ώρες για να ξημερώσει..
Μήπως και…ποτέ δεν ξέρεις..
Μισή ώρα μετά, η πρώτη ρίψη.. Ο κόσμος ξεσπά σε χειροκροτήματα..
Ανάμεικτα συναισθήματα
Πυκνός καπνός.. Ακολουθεί δεύτερη ρήψη.. και τρίτη…
Αρχίζεις να ελπίζεις και να ανυπομονείς..
Παίρνεις το δρόμο προς το σπίτι.. Με την ανάσα κομμένη από την αγωνία και τους καπνούς κινείσαι προς το σπίτι, ή ο, τι είχε απομείνει από αυτό.. Περπατάς χιλιόμετρα μέχρι να φτάσεις…και οι σαγιονάρες σου πληγιάζουν τα πόδια..
Μετά από αρκετή ώρα φτάνεις στο σπίτι…
Χαμόγελα;; Δάκρυα;;; Εξαρτάται..
Η ιστορία σταματάει κάπου εδώ.. Η συνέχεια εξαρτάται από την τύχη του καθενός..
Πραγματικά είναι θέμα τύχης για το αν θα γλιτώσει το σπίτι σου....
Ακόμα και αν γλίτωσε σε αυτή την πυρκαγιά, αυτό τίποτα δε σημαίνει..
Η επόμενη παραμονεύει.. Κάποιος εκεί έξω περιμένει…
Ανατριχιάζω και μόνο στην ιδέα..
Να ακούς για πυρκαγιά, και στο μυαλό σου να γυρίζουν οι εικόνες από την Ηλεία, και τις ψυχούλες που χάθηκαν..
Να μυρίζεις τον καπνό και να παγώνει το αίμα σου.
Να πονάς για κάθε δέντρο που χάνεται και να στέκεις άπραγος, βουβός.
..και μετά η φωτιά να πλησιάζει στο σπίτι σου..
..και να μην προλαβαίνεις να σκεφτεις…
..και να μην έχεις το κουράγιο να κάνεις βήμα..
..και η φωτιά να πλησιάζει…
Να μην προλαβαίνεις να σκεφτείς πια τα δεντρα που καίγονται, παρα μόνο πως αυτά που τόσο αγάπησες, οδηγούν τη φωτιά έξω από την πόρτα σου.
Ο ήχος από τα οχήματα του δήμου εκκωφαντικός..
«Παρακαλούνται οι κάτοικοι να εκκενώσουν τα σπίτια τους»
Ακόμα ανατριχιάζω..
Και τα δέντρα να καίγονται…και η φωτιά να πλησιάζει…
Τι να πρώτο μαζέψεις;; Ποιο το κριτήριο;;; Ό,τι έχεις το αγαπάς και το χρειάζεσαι Πώς να το αφήσεις πίσω ξέροντας πως κινδυνεύει να καεί;;
Δεν προλαβαίνεις να γεμίσεις τη βαλίτσα…Δεν προλαβαίνεις να πάρεις ούτε το αγαπημένο σου μπλουζάκι…Η βαλίτσα έχει πράγματα που έτυχε να βρεθούν μπροστά σου…
Φεύγοντας κάνεις τη γνωστή κίνηση για να ενεργοποιήσεις το συναγερμό.Γελάς ειρωνικά.. Η δύναμη της συνήθειας βλέπεις..
Μια τελευταία ματιά στο σπίτι χωρίς να περνάει ούτε μια σκέψη από το μυαλό σου, ή μήπως περνούν χιλιάδες και απλά δεν προλαβαίνουν να καταγραφούν;;;
Χτυπάς την πόρτα και φεύγεις.. Αλλα να πας που;;;
Η φωτιά είναι μόλις λίγα μέτρα από το σπίτι σου..
Ξέρεις πως είναι χαμένη υπόθεση..
Με δάκρυα στα μάτια φωνάζεις το γείτονα που αρνείται πεισματικά να αφήσει τους κόπους μια ζωής να χαθούν…
Μα πώς να τους σώσει με ένα λάστιχο και ένα κλαδί όταν το θεριό πλησιάζει;;;;
Φτάνεις στην άλλη γωνία και στέκεις για να φωνάξεις μια τελευταία φορά το γείτονα αλλά εκείνος τίποτα..
Κινείσαι προς την πλατεία.. Εκεί που με αγωνία σε περιμένει η υπόλοιπη οικογένεια
..και περιμένετε μαζί μέχρι…τι;;;;
Βλέπεις τις φλόγες και είσαι σίγουρος πως το σπίτι σου κάηκε.. Πως ο μαύρος καπνός είναι τα απομεινάρια του σπιτιού σου… και παράλληλα σκέφτεσαι και το γείτονα…
Οι ώρες περνάνε βασανιστικά…και έχει τόσο κρύο!!!
Ξενυχτισμένος, ταλαιπωρημένος, μετά από ατελείωτες ώρες που πέρασες με ένα λάστιχο, στέκεις και κοιτάς τις φλόγες.
Ούτε που ξέρεις τι σε περιμένει …
Φρίκη..
Όλοι γύρω σου έχουν την ίδια έκφραση με εσένα. Ρωτούν τους αστυνομικούς για τα σπίτι τους. Πού να ξέρουν και εκείνοι που βρίσκεται η οδός που τους λες..
Μια παρέα πιο κάτω έχει κουράγιο και κάνει πλάκα.. Πίνει καφέ και γελάει.. Τους κοιτάς με μίσος..
…και περιμένεις να ξημερώσει. Όλοι κοιτούν προς τον ουρανό και περιμένουν να δουν ένα αεροπλάνο.. Τεντώνουν τα αυτιά μήπως και ακούσουν ένα ελικόπτερο..
Αν και πιστεύεις πως το σπίτι σου κάηκε, ακόμα μετράς τις ώρες για να ξημερώσει..
Μήπως και…ποτέ δεν ξέρεις..
Μισή ώρα μετά, η πρώτη ρίψη.. Ο κόσμος ξεσπά σε χειροκροτήματα..
Ανάμεικτα συναισθήματα
Πυκνός καπνός.. Ακολουθεί δεύτερη ρήψη.. και τρίτη…
Αρχίζεις να ελπίζεις και να ανυπομονείς..
Παίρνεις το δρόμο προς το σπίτι.. Με την ανάσα κομμένη από την αγωνία και τους καπνούς κινείσαι προς το σπίτι, ή ο, τι είχε απομείνει από αυτό.. Περπατάς χιλιόμετρα μέχρι να φτάσεις…και οι σαγιονάρες σου πληγιάζουν τα πόδια..
Μετά από αρκετή ώρα φτάνεις στο σπίτι…
Χαμόγελα;; Δάκρυα;;; Εξαρτάται..
Η ιστορία σταματάει κάπου εδώ.. Η συνέχεια εξαρτάται από την τύχη του καθενός..
Πραγματικά είναι θέμα τύχης για το αν θα γλιτώσει το σπίτι σου....
Ακόμα και αν γλίτωσε σε αυτή την πυρκαγιά, αυτό τίποτα δε σημαίνει..
Η επόμενη παραμονεύει.. Κάποιος εκεί έξω περιμένει…